σανιδωτός

-ή, -ό / σανιδωτός, -ή, -όν, ΝΑ [σανιδῶ]
στρωμένος, καλυμμένος ή κατασκευασμένος με σανίδες
αρχ.
(κυρίως για πλοίο) αυτός που έχει σανιδένιο κατάστρωμα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σανιδωτός — [санидотос] εκ. настланньй из досок (пол и т. п.) …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σανιδωτός — ή, ό στρωμένος με σανίδες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σανιδωτά — σανιδωτός planked neut nom/voc/acc pl σανιδωτά̱ , σανιδωτός planked fem nom/voc/acc dual σανιδωτά̱ , σανιδωτός planked fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σανιδωτῶν — σανιδωτός planked fem gen pl σανιδωτός planked masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σανιδωτόν — σανιδωτός planked masc acc sg σανιδωτός planked neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ՏԱԽՏԱԿԱՄԱԾ — (ի, ից, իւք կամ օք.) NBH 2 0838 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 10c, 12c, 13c ա. σανιδωτός tabulatus, asseribus tectus ἑξυλώμενος ligno tectus, contignatus. Տախտակօք մածեալ, պատեալ, զօդեալ. Խոր տախտակամածս արասցես զնա… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.